Γιατί οι χορεύτριες εν παν ποττέ μπροστά;

Έμαθα νέα που το παρελθόν μου… Εψές για την ακρίβειαν…

Η ιστορία ήταν κλασσική: Αρκέφκει με μιαν ομάδαν χορεύτριες, στην χώραν της Πούλιας, τα μάθκια τους γεμάτα τέχνην τζαι στρασάκια. Χρόνια ολόκληρα χορού μαζίν, οι καλλύττερες φίλες, πα’ στο σανίδιν μα τζαι που κάτω. Χαμόγελα που σιείλη αστραφτερά να χώνουν δόνγκια ωραία, κοφτερά. Έτσι τες ήβρα τζι εγώ, που ‘μουν μωρούδιν τζειν τον τζαιρόν. Τα μάθκια τα δικά μου επίσης γεματα: τέχνην, όνειρα· τζαι τα’ απαραίτητα στρασάκια.

Πολλή η ελευθερία τζ’ η μελέτη μέσα στης Πούλιας την σχολήν. Τα πάντα λάμπουν στο φωτεινόν της το όνειρον που όντως τολμάς να ονειρευτείς. Τολμάς να πιάεις το μαγικόν χαλίν που πάει τζαμε που η Δύση βρέθεται με την Ανατολήν, τολμάς να παιδευτείς, να μάθεις, τολμάς ν’ αλλάξεις, να χαρείς. Τολμάς, επίσης, τα άλλα τα γήινα ν’ αφήσεις, γιατί της κίνησης η γλώσσα το κορμί σου με τον αέραν δείννει. Το οξυγόνον τζείνον που τον κόσμον ούλλον τον ενώννει, που τρέφει τζαι το νερόν τζαι την φωθκιάν μαζί. Η ομορφκιά καταλαβαίνεις, ότι εν σοφία μεάλη.

Έτσι στραβόν που την ομορφκιάν τζαι που το φως ήρτεν να με ‘βρει τολυπών, ένας άγγελος σωστός. Ήταν η φίλη μου η παιδική. “Κοίτα,” λαλεί μου, “που πατάς, τουν του τόπου άδικα το γαίμαν σου διάς τζαι δυστυχώς, εν μπορείς να τρώεις μόνο φως.” Ανοίω τα μάθκια μου τζαι τι να δω; Είσιεν όντως δίκαιον. Πουμπουρκές άκουα ήδη γι αυτόν εβιάστικα με το νεφελώδες τ’ όνειρον να αποσιαιρετιστώ. Έφυα, τζ’ επήα πίσω στην αρκήν να δω αν μπορέσω ξανά τα μίλια μου να βρω.

Θκυό χρόνια επεράσασιν πάω αρκετά καλά τζ’ εψές: είχα μαντάτα που της Πούλιας τα στενά! Είπαν μου πως οι φίλες οι καλές εχωρίσασιν· για καλλιτεχνικές διαφορές. Εν έτουν διαζύγιον πολιτισμένον όμως· τα δόνγκια τ’ άσπρα, τα κότσινα νύσια η γλώσσα δε που εφκάλαν, εδακκαστήκαν τζ’ εσσιστήκαν, τζαι τα κόκκαλα τους ετσακρίσαν. Τα χαμόγελα εσβήσασιν, στράτες διαφορετικές επήρασιν. Στράτες γεμάτες φως τζαι παραμύθκια. Στράτες με βάτραχους γεμάτες, που όσον τζαι να τους φιλάς πρίγκιπες εν γινίσκουνται.

Advertisements